προϋπολογισμός

προϋπολογισμός
ο
1) бюджет;

ο κρατικός προϋπολογισμός — государственный бюджет;

χρηματοδοτούμαι απ' τον προϋπολογισμό быть на государственном бюджете;

δεν το επιτρέπει ο προϋπολογισμός μου — мой бюджет не позволяет;

2) предварительный подсчёт;
3) смета;

κάνω προϋπολογισμό — составлять смету;

ο ετήσιος προϋπολογισμός τού Ινστιτούτου — годовая смета института


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "προϋπολογισμός" в других словарях:

  • προϋπολογισμός — ο, Ν 1. ο υπολογισμός εκ τών προτέρων 2. η προβλεπόμενη δαπάνη για κάποιο έργο 3. (οικον.) η αριθμητική έκφραση τού οικονομικού προγράμματος μιας οικονομικής μονάδας, λ.χ. μιας οικογένειας, μιας επιχείρησης, ενός κράτους, ο προσδιορισμός τών… …   Dictionary of Greek

  • προϋπολογισμός — ο 1. η πράξη του προϋπολογίζω, ο υπολογισμός από πριν. 2. πίνακας εσόδων και εξόδων για το μέλλον: Ο κρατικός προϋπολογισμός κατατέθηκε στη Βουλή για ψήφιση. 3. το σύνολο των εσόδων και εξόδων οικογένειας: Ο προϋπολογισμός μας δεν αντέχει σε… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • προϋπολογισμός κρατικός — Το έγγραφο που καθορίζει το ύψος των εσόδων και των εξόδων του κράτους μέσα σε μία οικονομική χρήση και εγκρίνεται κατά διάφορες διαδικασίες στην κάθε χώρα. Ενώ είναι σωστό να μιλάμε για προβλέψεις σχετικά με τα έσοδα –που είναι αντικείμενο ενός… …   Dictionary of Greek

  • ισολογισμός — Λογιστικό έγγραφο, που παρουσιάζει την περιουσιακή κατάσταση μιας επιχείρησης ή ενός προσώπου σε μια ορισμένη χρονική στιγμή. ι. επιχείρησης. Ο ι. επιχείρησης είναι το λογιστικό έγγραφο που απεικονίζει την περιουσιακή κατάσταση μιας επιχείρησης… …   Dictionary of Greek

  • δημόσιες δαπάνες — Τα ποσά που δαπανά το κράτος στα πλαίσια της δημοσιονομικής του δραστηριότητας για την υλοποίηση των σκοπών του. Τα ποσά αυτά αποκτώνται κυρίως από τους φόρους που επιβάλλει το κράτος στους πολίτες. Για τη συμπλήρωσή τους ανατρέχει και σε άλλες… …   Dictionary of Greek

  • ισοσκελής — ές (ΑΜ ἰσοσκελής, ές) αυτός που έχει ίσα τα δύο του σκέλη, τα δύο αντίστοιχα μέρη του («ισοσκελές τρίγωνο» το τρίγωνο που έχει τις δύο πλευρές ίσες) 1. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἰσοσκελές η ιδιότητα τού ισοσκελούς νεοελλ. φρ. «ἱσοσκελής προϋπολογισμός»… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Οικονομία (Νεότεροι χρόνοι) — Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΗΣ ΝΕΟΤΕΡΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ Η περίοδος 1830 1992 Η Επανάσταση του 1821 οδήγησε στην επίσημη ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, το 1830, κατόπιν της επέμβασης των Προστάτιδων Δυνάμεων (Αγγλίας, Γαλλίας, Ρωσίας). Η χώρα τότε περιελάμβανε την… …   Dictionary of Greek

  • ανισοσκελής — (ούς,) ές (Α ἀνισοσκελής) αυτός που έχει άνισα σκέλη νεοελλ. φρ. 1. «ανισοσκελές τρίγωνο» τρίγωνο του οποίου οι δύο μεγαλύτερες πλευρές έχουν άνισο μήκος 2. «ανισοσκελής προϋπολογισμός» εκείνος ο οποίος δεν έχει ισοσκελισμένα έσοδα και έξοδα …   Dictionary of Greek

  • πληθωρισμός — Αύξηση του γενικού επιπέδου των τιμών, όταν στην αύξηση του χρήματος που κυκλοφορεί δεν επιφέρει μεταβολή προς την ίδια κατεύθυνση του όγκου της παραγωγής. Λέγεται νομισματικός π. όταν η αύξηση αυτή οφείλεται σε υπερβολική προσφορά… …   Dictionary of Greek

  • προϋπολογιστικός — ή, ό, Ν [προϋπολογισμός] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον προϋπολογισμό 2. φρ. α) «προϋπολογιστικό κόστος» κόστος που προκύπτει κατά προσέγγιση ως προς τις δαπάνες οι οποίες απαιτούνται για την εκτέλεση ενός έργου β) «προϋπολογιστικός… …   Dictionary of Greek

  • φασισμός — Ιταλικό πολιτικό κίνημα, που ιδρύθηκε στο Μιλάνο στις 23 Μαρτίου 1919 από τον Μπενίτο Μουσολίνι, ο οποίος στηρίχτηκε σε αυτό για να καταλάβει την εξουσία και να επιβάλει στην Ιταλία ένα δικτατορικό καθεστώς από το 1922 έως το 1945. Η λέξη φ. (που …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»